Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Acidity
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
acidities
Παραδείγματα
The acidity of the lemon made the recipe more refreshing and tangy.
Η οξύτητα του λεμονιού έκανε τη συνταγή πιο δροσερή και πικάντικη.
02
οξύτητα, επίπεδο οξύτητας
the level of acid in a substance, often measured by a pH below 7
Παραδείγματα
The soil's acidity was too high for the plants to grow well.
Η οξύτητα του εδάφους ήταν πολύ υψηλή για να αναπτυχθούν καλά τα φυτά.
03
οξύτητα, ξινή γεύση
the taste experience when something acidic is taken into the mouth
Λεξικό Δέντρο
hyperacidity
acidity
acid



























