squeegee
squee
ˈskwi
σκουι
gee
ʤi
τζι
/skwˈiːd‍ʒiː/
squilgee

Ορισμός και σημασία του "squeegee"στα αγγλικά

01

σκουίτζι, ξύστρα

T-shaped cleaning implement with a rubber edge across the top; drawn across a surface to remove water (as in washing windows)
squeegee definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
squeegees
to squeegee
01

σκουπίζω με ένα σκουπόξυλο, περνάω το σκουπόξυλο

wipe with a squeegee
to squeegee definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
squeegee
γ΄ ενικό πρόσωπο
squeegees
ενεστώτα μετοχή
squeegeeing
απλός αόριστος
squeegeed
παθητική μετοχή
squeegeed
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store