Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Squeegee
01
σκουίτζι, ξύστρα
T-shaped cleaning implement with a rubber edge across the top; drawn across a surface to remove water (as in washing windows)
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
squeegees
to squeegee
01
σκουπίζω με ένα σκουπόξυλο, περνάω το σκουπόξυλο
wipe with a squeegee
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
squeegee
γ΄ ενικό πρόσωπο
squeegees
ενεστώτα μετοχή
squeegeeing
απλός αόριστος
squeegeed
παθητική μετοχή
squeegeed



























