squatter
Pronunciation
/ˈskwɑtɝ/

Ορισμός και σημασία του "squatter"στα αγγλικά

01

καταληψίας, παράνομος κάτοικος

someone who occupies an empty building or land illegally
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
squatters
Παραδείγματα
The building was condemned, but squatters still moved in despite the obvious dangers.
Το κτίριο καταδικάστηκε, αλλά καταληψίες μετακόμισαν παρά τους εμφανείς κινδύνους.
02

παράνομος κάτοικος, σκουότερ

someone who settles lawfully on government land with the intent to acquire title to it

Λεξικό Δέντρο

squatter
squat
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store