squashed
Pronunciation
/ˈskwɑʃt/

Ορισμός και σημασία του "squashed"στα αγγλικά

01

συνθλιμμένος, πατημένος

something that has been crushed or flattened
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most squashed
συγκριτικός βαθμός
more squashed
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The squashed plastic bottle had to be recycled.
Το συμπιεσμένο πλαστικό μπουκάλι έπρεπε να ανακυκλωθεί.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store