squalor
squa
ˈskwɒ
skvo
lor
holler

Ορισμός και σημασία του "squalor"στα αγγλικά

01

βρωμιά, αθλιότητα

a state of extreme filth or neglect 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
The refugees were forced to live in squalor, with no access to clean water. 

Οι πρόσφυγες αναγκάστηκαν να ζουν σε βρωμιά, χωρίς πρόσβαση σε καθαρό νερό.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store