squalor
squa
ˈskwɑ
σκουα
lor
lɜr
λερρ
/skwˈɒlɐ/

Ορισμός και σημασία του "squalor"στα αγγλικά

01

βρωμιά, αθλιότητα

a state of extreme filth or neglect
Παραδείγματα
The children grew up in squalor, surrounded by garbage and decay.
Τα παιδιά μεγάλωσαν στην ακαθαρσία, περιβαλλόμενα από σκουπίδια και αποσάθρωση.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store