Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Bench vise
01
σφιγκτήρας πάγκου, σφιγκτήρας εργαστηρίου
a holding device attached to a workbench; has two jaws to hold workpiece firmly in place
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
bench vises



























