Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Bench press
01
πάτημα πάγκου, άσκηση πάγκου
a weightlift in which you lie on your back on a bench and press weights upward
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
bench presses
02
πρέσα πάγκου, πρέσα εργαστηρίου
a small punch press mounted on a workbench



























