to spurn
spurn
spɜ:n
spēn
yearnsternchurnkern

Ορισμός και σημασία του "spurn"στα αγγλικά

to spurn
01

απορρίπτω με περιφρόνηση, περιφρονώ

to reject or refuse disdainfully 
to spurn definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
spurn
γ΄ ενικό πρόσωπο
spurns
ενεστώτα μετοχή
spurning
απλός αόριστος
spurned
παθητική μετοχή
spurned
Παραδείγματα
Despite his sincere apology, she chose to spurn his attempts at reconciliation. 

Παρά την ειλικρινή του συγγνώμη, επέλεξε να απορρίψει τις προσπάθειές του για συμφιλίωση.

Λεξικό Δέντρο

spurned
spurner
spurn
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store