Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to spurn
01
απορρίπτω με περιφρόνηση, περιφρονώ
to reject or refuse disdainfully
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
spurn
γ΄ ενικό πρόσωπο
spurns
ενεστώτα μετοχή
spurning
απλός αόριστος
spurned
παθητική μετοχή
spurned
Παραδείγματα
Despite his sincere apology, she chose to spurn his attempts at reconciliation.
Παρά την ειλικρινή του συγγνώμη, επέλεξε να απορρίψει τις προσπάθειές του για συμφιλίωση.
Λεξικό Δέντρο
spurned
spurner
spurn



























