to spurn
Pronunciation
/ˈspɝn/

Ορισμός και σημασία του "spurn"στα αγγλικά

to spurn
01

απορρίπτω με περιφρόνηση, περιφρονώ

to reject or refuse disdainfully
to spurn definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
spurn
γ΄ ενικό πρόσωπο
spurns
ενεστώτα μετοχή
spurning
απλός αόριστος
spurned
παθητική μετοχή
spurned
Παραδείγματα
Some people spurn kindness, assuming it to be a sign of weakness.
Μερικοί άνθρωποι απορρίπτουν την καλοσύνη, θεωρώντας την ως σημάδι αδυναμίας.

Λεξικό Δέντρο

spurned
spurner
spurn
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store