Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to spurt
01
ξεχύνομαι, εκτοξεύομαι
to forcefully flow out in a sudden and strong stream
Intransitive
Παραδείγματα
Blood spurted from the wound, requiring immediate attention.
Το αίμα ξέσπασε από την πληγή, απαιτώντας άμεση προσοχή.
02
εκσφενδονίζομαι, πετώ ξαφνικά
to move suddenly and quickly, often in a burst or surge
Intransitive: to spurt somewhere | to spurt to a direction
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
spurt
γ΄ ενικό πρόσωπο
spurts
ενεστώτα μετοχή
spurting
απλός αόριστος
spurted
παθητική μετοχή
spurted
Παραδείγματα
The car spurted ahead when the light turned green.
Το αυτοκίνητο έσπευσε μπροστά όταν το φανάρι έγινε πράσινο.
Spurt
01
πρόσχυση, εκτόξευση
the occurrence of a sudden discharge (as of liquid)
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
spurts
Λεξικό Δέντρο
spurting
spurt



























