to spurt
Pronunciation
/ˈspɝt/

Ορισμός και σημασία του "spurt"στα αγγλικά

to spurt
01

ξεχύνομαι, εκτοξεύομαι

to forcefully flow out in a sudden and strong stream
Intransitive
to spurt definition and meaning
Παραδείγματα
Oil spurted from the engine when the mechanic removed the faulty part.
Το λάδι ξέχυσε από τον κινητήρα όταν ο μηχανικός αφαίρεσε το ελαττωματικό εξάρτημα.
02

εκσφενδονίζομαι, πετώ ξαφνικά

to move suddenly and quickly, often in a burst or surge
Intransitive: to spurt somewhere | to spurt to a direction
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
spurt
γ΄ ενικό πρόσωπο
spurts
ενεστώτα μετοχή
spurting
απλός αόριστος
spurted
παθητική μετοχή
spurted
Παραδείγματα
The athlete spurted forward after the whistle blew.
Ο αθλητής έσπευσε μπροστά αφού σφύριξε ο διαιτητής.
01

πρόσχυση, εκτόξευση

the occurrence of a sudden discharge (as of liquid)
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
spurts

Λεξικό Δέντρο

spurting
spurt
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store