spry
spry
spraɪ
sprai
spray

Ορισμός και σημασία του "spry"στα αγγλικά

01

ευκίνητος, ενεργητικός

energetic and agile, especially in older age 
spry definition and meaning
Παραδείγματα
The spry old man impressed everyone with his ability to climb the steep hill without breaking a sweat. 

Ο ζωηρός γέρος εντυπωσίασε όλους με την ικανότητά του να σκαρφαλώνει τον απότομο λόφο χωρίς να ιδρώσει.

02

ευκίνητος, ζωηρός

moving fast with energy and agility 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
spryest
συγκριτικός βαθμός
spryer
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The spry athlete sprinted across the field to score the winning goal. 

Ο ευκίνητος αθλητής έτρεξε γρήγορα στο γήπεδο για να σκοράρει το νικηφόρο γκολ.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store