sprightly
spright
ˈspraɪt
σπραιτ
ly
li
λι
unsightlybrightlyslightlyimpolitely

Ορισμός και σημασία του "sprightly"στα αγγλικά

01

ζωηρός, γεμάτος ενέργεια

(typically of an elderly) lively and full of energy 
sprightly definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
sprightliest
συγκριτικός βαθμός
sprightlier
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
energy, age, behavior
Παραδείγματα
Despite being in her seventies, Grandma remained sprightly, dancing and laughing with her grandchildren. 

Παρά το ότι ήταν στα εβδομήντα της, η γιαγιά παρέμεινε ζωηρή, χορεύοντας και γελώντας με τα εγγόνια της.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

sprightliness
sprightly
sprightl
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store