Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to sprain
01
στραμπουλώ, στραμπουλώ
(of a ligament) to be suddenly twisted, which results in much pain
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
sprain
γ΄ ενικό πρόσωπο
sprains
ενεστώτα μετοχή
spraining
απλός αόριστος
sprained
παθητική μετοχή
sprained
Παραδείγματα
He sprained his ankle while playing basketball.
Στραμπουλίστηκε τον αστράγαλο ενώ έπαιζε μπάσκετ.
Sprain
01
στραμπουλήγμα, διάστρεμμα
a painful injury resulting in the sudden twist of a bone or joint, particularly one's wrist or ankles
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
sprains
Παραδείγματα
She suffered a sprain when she landed awkwardly while playing basketball.
Υπέστη στρέψιμο όταν προσγειώθηκε αδέξια ενώ έπαιζε μπάσκετ.



























