spouse
spouse
spaʊs
spaws
sousescouse

Ορισμός και σημασία του "spouse"στα αγγλικά

01

σύζυγος, σύντροφος

a male or female partner in a marriage 
spouse definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
spouses
Παραδείγματα
He introduced his spouse as his rock and closest confidant. 

Παρουσίασε τον σύζυγό του ως τον βράχο και τον πιο κοντινό του εμπιστευτικό του.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

spousal
spouse
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store