Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Spotlight
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
spotlights
Παραδείγματα
The speaker stood confidently in the spotlight, delivering a powerful speech that resonated with the audience.
Ο ομιλητής στάθηκε με αυτοπεποίθηση στο πρωτοπλαίσιο, εκφωνώντας ένα ισχυρό λόγο που βρήκε απήχηση στο κοινό.
02
στο επίκεντρο, στο φως των προβολέων
a center of public focus
Παραδείγματα
Media coverage cast her into the spotlight.
Η κάλυψη από τα μέσα ενημέρωσης την έφερε στο επίκεντρο της προσοχής.
to spotlight
01
ρίχνω φως, τονίζω
to make something more visible or prominent
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
spotlight
γ΄ ενικό πρόσωπο
spotlights
ενεστώτα μετοχή
spotlighting
απλός αόριστος
spotlighted
παθητική μετοχή
spotlighted
Παραδείγματα
The designer spotlighted the new collection at fashion week.
Ο σχεδιαστής έδωσε προβολή στη νέα συλλογή στην εβδομάδα μόδας.
02
φωτίζω, επικεντρώνω το φως
to illuminate with a bright, focused light, as in theater or stage production
Παραδείγματα
The set designer spotlighted the centerpiece of the scene.
Ο σκηνογράφος φώτισε το κεντρικό στοιχείο της σκηνής.
Λεξικό Δέντρο
spotlight
spot
light



























