Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Spotlight
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
spotlights
Παραδείγματα
The actor stepped into the spotlight, his face illuminated by the warm glow of the stage spotlight.
Ο ηθοποιός μπήκε στο προβολέα, το πρόσωπό του φωτισμένο από τη ζεστή λάμψη του προβολέα της σκηνής.
02
στο επίκεντρο, στο φως των προβολέων
a center of public focus
Παραδείγματα
The young actor quickly rose to the spotlight.
Ο νέος ηθοποιός ανέβηκε γρήγορα στο επίκεντρο.
to spotlight
01
ρίχνω φως, τονίζω
to make something more visible or prominent
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
spotlight
γ΄ ενικό πρόσωπο
spotlights
ενεστώτα μετοχή
spotlighting
απλός αόριστος
spotlighted
παθητική μετοχή
spotlighted
Παραδείγματα
The director spotlighted the lead actor in the scene.
Ο σκηνοθέτης έδωσε έμφαση στον πρωταγωνιστή στη σκηνή.
02
φωτίζω, επικεντρώνω το φως
to illuminate with a bright, focused light, as in theater or stage production
Παραδείγματα
They spotlighted the singer during her solo.
Φώτισαν τη τραγουδίστρια με προβολέα κατά τη διάρκεια του σόλο της.
Λεξικό Δέντρο
spotlight
spot
light



























