spoonful
spoon
ˈspu:n
σπουν
ful
fʊl
φουλ

Ορισμός και σημασία του "spoonful"στα αγγλικά

01

κουταλιά, κουταλάκι του γλυκού

the amount that fills a spoon, typically a standard eating or measuring spoon 
spoonful definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
spoonfuls
Παραδείγματα
She added a spoonful of honey to her tea for sweetness. 

Πρόσθεσε μια κουταλιά μέλι στο τσάι της για γλυκιά γεύση.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store