Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Spoon
01
κουτάλι, κουταλάκι
an object that has a handle with a shallow bowl at one end that is used for eating, serving, or stirring food
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
spoons
Παραδείγματα
The children enjoyed eating yogurt with a colorful plastic spoon.
Τα παιδιά απολάμβαναν να τρώνε γιαούρτι με ένα πολύχρωμο πλαστικό κουτάλι.
02
κουταλιά, κουταλάκι του γλυκού
as much as a spoon will hold
03
κουτάλι, παλιό ξύλο γκολφ με υπερυψωμένη όψη
formerly a golfing wood with an elevated face
to spoon
01
σερβίρω με κουτάλι, παίρνω με κουτάλι
to transfer or serve food using a spoon, typically involving scooping or lifting with kitchen tools
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
spoon
γ΄ ενικό πρόσωπο
spoons
ενεστώτα μετοχή
spooning
απλός αόριστος
spooned
παθητική μετοχή
spooned
Παραδείγματα
She has carefully spooned the batter into the muffin cups several times.
Έχει βουτήξει προσεκτικά το μείγμα στα κουπάκια μάφιν πολλές φορές.
02
αγκαλιάζομαι κουτάλι, κάνω το κουταλάκι
snuggle and lie in a position where one person faces the back of the others



























