spook
spook
spuk
σπουκ
/spˈuːk/

Ορισμός και σημασία του "spook"στα αγγλικά

to spook
01

τρομάζω, εκπλήσσω

to startle or frighten someone suddenly
Transitive: to spook a person or animal
to spook definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
spook
γ΄ ενικό πρόσωπο
spooks
ενεστώτα μετοχή
spooking
απλός αόριστος
spooked
παθητική μετοχή
spooked
Παραδείγματα
The strange shadows in the dimly lit alleyway spooked me as I walked home.
Οι περίεργες σκιές στο κακοφωτισμένο σοκάκι με τρομάξαν καθώς περπατούσα προς το σπίτι.
01

φάντασμα, σpectre

a mental representation of some haunting experience
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
spooks
02

κάποιος δυσάρεστα παράξενος ή εκκεντρικός, ένας παράξενος και δυσάρεστος τύπος

someone unpleasantly strange or eccentric
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store