Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to spook
01
τρομάζω, εκπλήσσω
to startle or frighten someone suddenly
Transitive: to spook a person or animal
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
spook
γ΄ ενικό πρόσωπο
spooks
ενεστώτα μετοχή
spooking
απλός αόριστος
spooked
παθητική μετοχή
spooked
Παραδείγματα
The strange shadows in the dimly lit alleyway spooked me as I walked home.
Οι περίεργες σκιές στο κακοφωτισμένο σοκάκι με τρομάξαν καθώς περπατούσα προς το σπίτι.
Spook
01
φάντασμα, σpectre
a mental representation of some haunting experience
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
spooks
02
κάποιος δυσάρεστα παράξενος ή εκκεντρικός, ένας παράξενος και δυσάρεστος τύπος
someone unpleasantly strange or eccentric
Λεξικό Δέντρο
spooked
spook



























