to spook
spook
spuk
spook
sporksnookshookspock

Ορισμός και σημασία του "spook"στα αγγλικά

to spook
01

τρομάζω, εκπλήσσω

to startle or frighten someone suddenly 
Transitive: to spook a person or animal
to spook definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
spook
γ΄ ενικό πρόσωπο
spooks
ενεστώτα μετοχή
spooking
απλός αόριστος
spooked
παθητική μετοχή
spooked
Παραδείγματα
The sudden noise from the door slamming spooked the cat, causing it to jump. 

Ο απότομος θόρυβος από την πόρτα που χτύπησε τρομάξει τη γάτα, κάνοντάς την να πηδήξει.

01

φάντασμα, σpectre

a mental representation of some haunting experience 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
spooks
02

κάποιος δυσάρεστα παράξενος ή εκκεντρικός, ένας παράξενος και δυσάρεστος τύπος

someone unpleasantly strange or eccentric 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store