sponsorship
spon
ˈspɒn
spon
sor
ship
ʃɪp
ship

Ορισμός και σημασία του "sponsorship"στα αγγλικά

01

χρηματοδότηση, σπόνσορα

the act of supporting or financing an individual, group, event, or activity, typically in exchange for advertising, promotion, or recognition 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
sponsorships
Παραδείγματα
The sports team secured sponsorship from a local business to fund their uniforms and equipment. 

Η αθλητική ομάδα εξασφάλισε χορηγία από μια τοπική επιχείρηση για τη χρηματοδότηση των στολών και του εξοπλισμού της.

Λεξικό Δέντρο

sponsorship
sponsor
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store