Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to splosh
01
περπατώ στη λάσπη, πηγαίνω μέσα στον βάλτο
walk through mud or mire
02
πλατσούρισμα, ψεκάζω
dash a liquid upon or against
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
splosh
γ΄ ενικό πρόσωπο
sploshes
ενεστώτα μετοχή
sploshing
απλός αόριστος
sploshed
παθητική μετοχή
sploshed
03
πλατσουρίζω, ραντίζω
cause (a liquid) to spatter about, especially with force
04
κάνω πλαφ, κάνω έναν ήχο πλαφ
make a splashing sound



























