Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
splendid
01
υπέροχος, λαμπρός
exceptionally impressive and beautiful, often bringing joy or admiration
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most splendid
συγκριτικός βαθμός
more splendid
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The splendid view from the mountaintop took their breath away.
Η υπέροχη θέα από την κορυφή του βουνού τους άφησε άφωνους.
02
λαμπρός, εξαιρετικός
displaying a high degree of excellence and exceptionally good quality
03
λαμπρός, μεγαλοπρεπής
characterized by grandeur
Λεξικό Δέντρο
splendidly
splendid



























