Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
splendid
01
υπέροχος, λαμπρός
exceptionally impressive and beautiful, often bringing joy or admiration
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most splendid
συγκριτικός βαθμός
more splendid
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The splendid sunset painted the sky in hues of orange and purple.
Ο υπέροχος ηλιοβασίλεμα έβαψε τον ουρανό σε αποχρώσεις πορτοκαλί και μοβ.
02
λαμπρός, εξαιρετικός
displaying a high degree of excellence and exceptionally good quality
03
λαμπρός, μεγαλοπρεπής
characterized by grandeur
Λεξικό Δέντρο
splendidly
splendid



























