Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
spitefully
01
κακεντρεχώς, με κακία
in a deliberately mean or hurtful way, often to upset someone out of resentment
Παραδείγματα
She spitefully deleted his work from the drive.
Αυτή κακεντρεχώς διέγραψε τη δουλειά του από τη μονάδα.
02
κακεντρεχώς, με κακία
in a maliciously spiteful manner
Λεξικό Δέντρο
spitefully
spiteful
spite



























