Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
spent
01
εξαντλημένος, κουρασμένος
feeling or appearing completely exhausted
Παραδείγματα
Despite feeling physically spent, the team displayed unwavering determination in the final minutes of the championship game.
Παρά το ότι αισθάνονταν σωματικά εξαντλημένοι, η ομάδα έδειξε ακλόνητη αποφασιστικότητα στα τελευταία λεπτά του αγώνα πρωταθλήματος.
02
καταναλωμένος, εξαντλημένος
consumed entirely until nothing serviceable remains
Παραδείγματα
The spent fireworks left only sulfur and paper scraps behind.
Τα ξεμοναχιασμένα πυροτεχνήματα άφησαν πίσω τους μόνο θείο και κομμάτια χαρτιού.
Λεξικό Δέντρο
unspent
spent
spend



























