spelling
spe
ˈspɛ
σπε
lling
lɪng
λινγκ
/spˈɛlɪŋ/

Ορισμός και σημασία του "spelling"στα αγγλικά

01

ορθογραφία, συλλαβισμός

the act or the ability of putting letters in the correct order to form a word
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
They used flashcards to test each other 's spelling of difficult words.
Χρησιμοποίησαν flashcards για να δοκιμάσουν την ορθογραφία δύσκολων λέξεων ο ένας του άλλου.
02

ορθογραφία, συλλαβισμός

the correct way in which a word is written

Λεξικό Δέντρο

misspelling
spelling
spell
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store