Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Spelling
01
ορθογραφία, συλλαβισμός
the act or the ability of putting letters in the correct order to form a word
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
Her excellent spelling earned her the top prize in the spelling bee.
Η εξαιρετική της ορθογραφία της χάρισε το πρώτο βραβείο στον διαγωνισμό ορθογραφίας.
02
ορθογραφία, συλλαβισμός
the correct way in which a word is written
Λεξικό Δέντρο
misspelling
spelling
spell



























