Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
specially
01
ειδικά
for a specific purpose, reason, person, etc.
γραμματικές πληροφορίες
επίρρημα τρόπου
Παραδείγματα
The decorations were specially designed for the wedding reception.
Οι διακοσμήσεις σχεδιάστηκαν ειδικά για τη γαμήλια δεξίωση.
02
ειδικά
in a manner that emphasizes a particular aspect
Παραδείγματα
The cake was made specially for her birthday, featuring her favorite flavors and decorations.
Το κέικ φτιάχτηκε ειδικά για τα γενέθλιά της, με τις αγαπημένες της γεύσεις και διακοσμήσεις.
03
ιδιαίτερα, ειδικά
to a distinctly greater extent or degree than is common
Λεξικό Δέντρο
specially
special



























