Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to spay
01
στειρώνω, ευνουχίζω
to remove the sexual organs of a female animal, called ovaries
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
spay
γ΄ ενικό πρόσωπο
spays
ενεστώτα μετοχή
spaying
απλός αόριστος
spayed
παθητική μετοχή
spayed
Παραδείγματα
She volunteers at the clinic where they spay and neuter feral cats.
Είναι εθελόντρια στην κλινική όπου στερίζουν και ευνουχίζουν αγριόγατες.
Λεξικό Δέντρο
spayed
spaying
spay



























