Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
spastic
01
ανίκανος, αδέξιος
incompetent, clumsy, or ineffective
Dialect
British
προσβλητικό
αργκό
χυδαίο
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most spastic
συγκριτικός βαθμός
more spastic
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The spastic mechanic couldn't even change a tire without stripping the bolts.
Ο ανίκανος μηχανικός δεν μπορούσε καν να αλλάξει ένα λάστιχο χωρίς να χαλάσει τις βίδες.
02
υπερκινητικός, ανεξέλεγκτος
hyperactive, erratic, or behaving in an uncontrolled way
Dialect
British
αργκό
χυδαίο
Παραδείγματα
The kids were going spastic with sugar from the candy.
Τα παιδιά γίνονταν σπαστικά από τη ζάχαρη των καραμελών.
03
σπαστικός, επηρεασμένος από ακούσιες σπασμώδεις μυϊκές συσπάσεις
affected by involuntary jerky muscular contractions; resembling a spasm
Spastic
01
ένας αδέξιος, ένας ατσούμπαλος
a person who is incompetent, clumsy, or physically uncoordinated
Dialect
British
προσβλητικό
αργκό
χυδαίο
Παραδείγματα
He knocked over every glass at the table – what a complete spastic.
Ανέτρεψε κάθε ποτήρι στο τραπέζι – τι πλήρης αδέξιος.
02
σπαστικός, άτομο με σπαστικότητα
a person suffering from spastic paralysis
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
spastics
Λεξικό Δέντρο
spastic
spast



























