spastic
spas
ˈspæs
spās
tic
tɪk
tik
/spˈɑːstɪk/

Ορισμός και σημασία του "spastic"στα αγγλικά

01

ανίκανος, αδέξιος

incompetent, clumsy, or ineffective
Dialectbritish flagBritish
spastic definition and meaning
Offensive
Slang
Vulgar
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most spastic
συγκριτικός βαθμός
more spastic
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
That spastic parking job took up two spaces.
Αυτή η σπαστική δουλειά στάθμευσης πήρε δύο θέσεις.
02

υπερκινητικός, ανεξέλεγκτος

hyperactive, erratic, or behaving in an uncontrolled way
Dialectbritish flagBritish
spastic definition and meaning
Slang
Vulgar
Παραδείγματα
The crowd went spastic when the band came on stage.
Το πλήθος έγινε σπαστικό όταν το συγκρότημα ανέβηκε στη σκηνή.
03

σπαστικός, επηρεασμένος από ακούσιες σπασμώδεις μυϊκές συσπάσεις

affected by involuntary jerky muscular contractions; resembling a spasm
01

ένας αδέξιος, ένας ατσούμπαλος

a person who is incompetent, clumsy, or physically uncoordinated
Dialectbritish flagBritish
spastic definition and meaning
Offensive
Slang
Vulgar
Παραδείγματα
The spastic could n't even pour coffee without spilling it everywhere.
Ο σπαστικός δεν μπορούσε καν να χύσει καφέ χωρίς να τον χύσει παντού.
02

σπαστικός, άτομο με σπαστικότητα

a person suffering from spastic paralysis
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
spastics

Λεξικό Δέντρο

spastic
spast
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store