spaceflight
space
ˈspeɪs
speis
flight
flaɪt
flait

Ορισμός και σημασία του "spaceflight"στα αγγλικά

01

διαστημική πτήση, διαστημικό ταξίδι

a voyage outside the Earth's atmosphere 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
spaceflights

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

spaceflight

space

+

flight

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store