Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Belongings
01
υπάρχοντα, προσωπικά αντικείμενα
a person's possessions, such as clothes or other items they own
Παραδείγματα
He carefully arranged his belongings in the new apartment.
Προσεκτικά τακτοποίησε τα προσωπικά του αντικείμενα στο νέο διαμέρισμα.



























