belongings
be
bi
lon
ˈlɒn
lon
gings
gɪngz
gingz

Ορισμός και σημασία του "belongings"στα αγγλικά

01

υπάρχοντα, προσωπικά αντικείμενα

a person's possessions, such as clothes or other items they own 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
plural
not gender specific
πληθυντικός τύπος
belongings
Παραδείγματα
She packed all her belongings into a suitcase before moving to a new city. 

Συσκεύασε όλα τα αντικείμενά της σε μια βαλίτσα πριν μετακομίσει σε μια νέα πόλη.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store