Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
sorry
01
Συγνώμη, Λυπάμαι
a word we use to say we feel bad about something
Παραδείγματα
Sorry, I forgot to bring my umbrella.
Συγγνώμη, ξέχασα να φέρω την ομπρέλα μου.
Παραδείγματα
Sorry? I didn't catch that.
Συγνώμη; Δεν κατάλαβα.
sorry
01
λυπημένος, μετανιωμένος
feeling ashamed or apologetic about something that one has or has not done
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
sorriest
συγκριτικός βαθμός
sorrier
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
He felt sorry for forgetting his friend's birthday and apologized immediately.
Αισθάνθηκε λυπημένος που ξέχασε τα γενέθλια του φίλου του και ζήτησε συγγνώμη αμέσως.
02
αξιολύπητος, θλιβερός
having a pitiable condition, often due to misfortune
Παραδείγματα
The abandoned house was in a sorry state, with shattered windows and overgrown weeds.
Το εγκαταλειμμένο σπίτι ήταν σε θλιβερή κατάσταση, με σπασμένα παράθυρα και αγριόχορτα.
03
λυπημένος, θλιμμένος
feeling sad or sorrowful, often due to a misfortune or the distress of others
Παραδείγματα
He felt sorry for the lost puppy wandering down the street.
Ένιωσε λυπημένος για το χαμένο κουτάβι που περιπλανιόταν στο δρόμο.
Παραδείγματα
She gave a sorry excuse for being late to the meeting.
Έδωσε μια κακή δικαιολογία για την καθυστέρησή της στη συνάντηση.



























