sorry
so
ˈsɒ
so
rry
ri
ri
sarisurreysuttee

Ορισμός και σημασία του "sorry"στα αγγλικά

01

Συγνώμη, Λυπάμαι

a word we use to say we feel bad about something 
sorry definition and meaning
Παραδείγματα
Sorry, I forgot to bring my umbrella. 

Συγγνώμη, ξέχασα να φέρω την ομπρέλα μου.

02

Συγγνώμη;, Τι;

used to ask someone to repeat what was said 
Παραδείγματα
Sorry? I didn't catch that. 

Συγνώμη; Δεν κατάλαβα.

01

λυπημένος, μετανιωμένος

feeling ashamed or apologetic about something that one has or has not done 
sorry definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
sorriest
συγκριτικός βαθμός
sorrier
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
He felt sorry for forgetting his friend's birthday and apologized immediately. 

Αισθάνθηκε λυπημένος που ξέχασε τα γενέθλια του φίλου του και ζήτησε συγγνώμη αμέσως.

02

αξιολύπητος, θλιβερός

having a pitiable condition, often due to misfortune 
Παραδείγματα
The abandoned house was in a sorry state, with shattered windows and overgrown weeds. 

Το εγκαταλειμμένο σπίτι ήταν σε θλιβερή κατάσταση, με σπασμένα παράθυρα και αγριόχορτα.

03

λυπημένος, θλιμμένος

feeling sad or sorrowful, often due to a misfortune or the distress of others 
Παραδείγματα
He felt sorry for the lost puppy wandering down the street. 

Ένιωσε λυπημένος για το χαμένο κουτάβι που περιπλανιόταν στο δρόμο.

04

κακός, απογοητευτικός

having a poor or disappointing quality 
Παραδείγματα
She gave a sorry excuse for being late to the meeting. 

Έδωσε μια κακή δικαιολογία για την καθυστέρησή της στη συνάντηση.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store