Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Sophistry
01
σοφιστεία, παραπλανητική επιχειρηματολογία
the use of clever but deceptive arguments intended to mislead
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
Παραδείγματα
His argument was pure sophistry, designed to confuse the jury.
Το επιχείρημά του ήταν καθαρή σοφιστεία, σχεδιασμένη να μπερδέψει το δικαστήριο.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
sophistry
sophist



























