Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Sop
01
τυποποιημένη διαδικασία, καθιερωμένη ρουτίνα
a prescribed procedure to be followed routinely
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
sops
02
μια παραχώρηση, μια χειρονομία κατευνασμού
a concession given to mollify or placate
03
σούπα, βουτηγμένο ψωμί
a piece of bread or biscuit that is soaked in a liquid, typically broth or wine, and is then eaten as a part of a meal
to sop
01
μουλιάζω, χύνω υγρό πάνω
cover with liquid; pour liquid onto
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
sop
γ΄ ενικό πρόσωπο
sops
ενεστώτα μετοχή
sopping
απλός αόριστος
sopped
παθητική μετοχή
sopped
02
βουτώ, μουλιάζω
dip into liquid
03
μουλιάζω, κορεσμός
be or become thoroughly soaked or saturated with a liquid
04
δίνω ένα συμφιλιωτικό δώρο ή δωροδοκία σε, δωροδοκώ με δώρο
give a conciliatory gift or bribe to



























