belle
belle
bɛl
μπελ
/bˈɛl/

Ορισμός και σημασία του "belle"στα αγγλικά

01

η όμορφη

a beautiful and admired woman, especially one who stands out at a social event
belle definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
belles
Παραδείγματα
He could n't take his eyes off the belle sitting across the room.
Δεν μπορούσε να πάρει τα μάτια του από την ομορφιά που καθόταν απέναντι στο δωμάτιο.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store