Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Belle
01
η όμορφη
a beautiful and admired woman, especially one who stands out at a social event
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
belles
Παραδείγματα
He could n't take his eyes off the belle sitting across the room.
Δεν μπορούσε να πάρει τα μάτια του από την ομορφιά που καθόταν απέναντι στο δωμάτιο.



























