solute
Pronunciation
/ˈsɑɫjut/

Ορισμός και σημασία του "solute"στα αγγλικά

01

διαλυμένη ουσία, διαλυτό

a substance that is dissolved in a solvent, resulting in a solution
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
solutes
Παραδείγματα
Dissolving a pain reliever (e.g., aspirin ) in water results in the drug acting as the solute in the liquid solvent.
Η διάλυση ενός παυσίπονου (π.χ. ασπιρίνη) στο νερό έχει ως αποτέλεσμα το φάρμακο να ενεργεί ως διαλυμένη ουσία στον υγρό διαλύτη.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store