solute
so
ˈsɒ
so
lute
lju:t
lyoot
salute

Ορισμός και σημασία του "solute"στα αγγλικά

01

διαλυμένη ουσία, διαλυτό

a substance that is dissolved in a solvent, resulting in a solution 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
solutes
Παραδείγματα
In saltwater, salt (NaCl) is the solute that dissolves in water, the solvent. 

Στο θαλασσινό νερό, το αλάτι (NaCl) είναι η διαλυμένη ουσία που διαλύεται στο νερό, τον διαλύτη.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store