Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Solubilization
01
διαλυτοποίηση, διάλυση
the process of dispersing or dissolving a substance into a solvent to form a homogeneous solution
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο



























