solved
solved
sɒlvd
σολβντ
soled

Ορισμός και σημασία του "solved"στα αγγλικά

01

επιλυμένο, λυμένο

successfully resolved or answered 
solved definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most solved
συγκριτικός βαθμός
more solved
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
problems, puzzles, tasks
Παραδείγματα
The solved puzzle revealed the hidden message. 

Το λυμένο παζλ αποκάλυψε το κρυφό μήνυμα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

dissolved
resolved
unsolved
solved
solve
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store