solved
Pronunciation
/ˈsɑɫvd/

Ορισμός και σημασία του "solved"στα αγγλικά

01

επιλυμένο, λυμένο

successfully resolved or answered
solved definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most solved
συγκριτικός βαθμός
more solved
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The mystery novel concluded with the solved murder case and the revelation of the murderer.
Το μυθιστόρημα μυστηρίου ολοκληρώθηκε με την επιλυμένη υπόθεση δολοφονίας και την αποκάλυψη του δολοφόνου.

Λεξικό Δέντρο

dissolved
resolved
unsolved
solved
solve
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store