solomonic
so
ˌsɑ:
σα
lo
λα
mo
ˈmɑ:
μα
nic
nɪk
νικ
/sˌɒləmˈɒnɪk/

Ορισμός και σημασία του "solomonic"στα αγγλικά

01

σολομώντειος, σοφός όπως ο Σολομώντας

characterized by wisdom, fairness, or sound reasoning
Παραδείγματα
The court 's solomonic judgment resolved the dispute in a way that upheld legal principles and protected the rights of all parties.
Η σολομώντεια απόφαση του δικαστηρίου έλυσε τη διαμάχη με τρόπο που υποστήριξε τις νομικές αρχές και προστάτευσε τα δικαιώματα όλων των μερών.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store