soliloquy
so
li
ˈlɪ
li
loq
lək
lēk
uy
wi
vi
somniloquy

Ορισμός και σημασία του "soliloquy"στα αγγλικά

01

μονόλογος, αυτοδιάλεκτος

a moment of speaking one's thoughts aloud, typically when alone 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
soliloquies
Παραδείγματα
During her morning walk, she muttered a quiet soliloquy about the day ahead. 

Κατά τη διάρκεια του πρωινού της περιπάτου, μουρμούρισε έναν ήσυχο μονόλογο για την ημέρα που επρόκειτο να έρθει.

02

μονόλογος, εσωτερικός μονόλογος

a speech that a character in a dramatic play gives in the form of a monologue as a series of inner reflections spoken out loud 
Παραδείγματα
The actor delivered the soliloquy with intensity, allowing the audience to glimpse the character's innermost thoughts and emotions. 

Ο ηθοποιός παρουσίασε τον μονόλογο με ένταση, επιτρέποντας στο κοινό να διακρίνει τις πιο εσωτερικές σκέψεις και συναισθήματα του χαρακτήρα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store