Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to solemnize
01
επίσημοποιώ, κάνω επίσημο
make solemn and grave
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
solemnize
γ΄ ενικό πρόσωπο
solemnizes
ενεστώτα μετοχή
solemnizing
απλός αόριστος
solemnized
παθητική μετοχή
solemnized
02
τελώ με σεμνότητα, εκτελώ με αξιοπρέπεια
observe or perform with dignity or gravity
03
τελετουργώ, πραγματοποιώ
to perform a wedding or official ceremony in a formal and proper way
Παραδείγματα
The priest solemnized their marriage in the church.
Ο ιερέας επίσημα τελέστηκε τον γάμο τους στην εκκλησία.
Λεξικό Δέντρο
solemnize
solemn



























