Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Soldier
01
στρατιώτης, στρατιωτικός
someone who serves in an army, particularly a person who is not an officer
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
soldiers
Παραδείγματα
The soldier polished his boots until they shone.
Ο στρατιώτης γυάλισε τις μπότες του μέχρι να γυαλίσουν.
02
στρατιώτες, ψιλές φέτες ψωμιού
thin strips of toast or bread that are cut into small, uniform pieces, typically served with boiled eggs for dipping
03
στρατιώτης, μυρμήγκι στρατιώτης
a wingless sterile ant or termite having a large head and powerful jaws adapted for defending the colony
to soldier
01
υπηρετώ ως στρατιώτης, είμαι στρατιώτης
serve as a soldier in the military
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
soldier
γ΄ ενικό πρόσωπο
soldiers
ενεστώτα μετοχή
soldiering
απλός αόριστος
soldiered
παθητική μετοχή
soldiered
Λεξικό Δέντρο
soldierlike
soldierly
soldiership
soldier



























