sojourner
Pronunciation
/ˈsoʊdʒɝnɝ/

Ορισμός και σημασία του "sojourner"στα αγγλικά

01

προσωρινός κάτοικος, επισκέπτης

a person who resides temporarily in a place, often for a short or limited period of time
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
sojourners
Παραδείγματα
Many sojourners came to the region for work, staying just long enough to complete their contracts.
Πολλοί προσωρινοί κάτοικοι ήρθαν στην περιοχή για εργασία, μένοντας μόνο όσο χρειαζόταν για να ολοκληρώσουν τα συμβόλαιά τους.

Λεξικό Δέντρο

sojourner
sojourn
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store