socialization
so
ˌsəʊ
sew
cia
ʃə
shē
li
laɪ
lai
za
ˈzeɪ
zei
tion
ʃən
shēn
socialisation

Ορισμός και σημασία του "socialization"στα αγγλικά

01

κοινωνικοποίηση, κοινωνική ενσωμάτωση

the process through which individuals within a society or group learn and internalize behavior patterns, norms, values, and customs through interactions, education, and social experiences 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
Early childhood socialization plays a crucial role in shaping a person's personality and social skills. 

Η κοινωνικοποίηση στην πρώιμη παιδική ηλικία παίζει καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση της προσωπικότητας και των κοινωνικών δεξιοτήτων ενός ατόμου.

02

κοινωνικοποίηση

the act of meeting for social purposes 
03

κοινωνικοποίηση, θεμελίωση σε σοσιαλιστική βάση

the action of establishing on a socialist basis 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store