Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Snuffle
01
ρουθούνισμα, θορυβώδης αναπνοή
the act of breathing noisily, especially when one has a cold or respiratory illness
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
snuffles
Παραδείγματα
His snuffle annoyed the people around him.
Ο ρουθούνισμός του ενοχλούσε τους ανθρώπους γύρω του.
to snuffle
01
ρουφώ τη μύτη, σνοφάρω
snuff up mucus through the nose
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
snuffle
γ΄ ενικό πρόσωπο
snuffles
ενεστώτα μετοχή
snuffling
απλός αόριστος
snuffled
παθητική μετοχή
snuffled
02
κλαψουρίζω, λυγίζω
cry or whine with snuffling
03
μυρίζω, ρουθουνίζω
sniff or smell inquiringly
Λεξικό Δέντρο
snuffly
snuffle



























