snuffle
snu
ˈsnʌ
sna
ffle
fəl
fēl
shufflesnafflescufflesniffle

Ορισμός και σημασία του "snuffle"στα αγγλικά

01

ρουθούνισμα, θορυβώδης αναπνοή

the act of breathing noisily, especially when one has a cold or respiratory illness 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
snuffles
Παραδείγματα
His constant snuffle showed he had a cold. 

Το συνεχές ρουθούνισμα του έδειχνε ότι είχε κρυολογήσει.

to snuffle
01

ρουφώ τη μύτη, σνοφάρω

snuff up mucus through the nose 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
snuffle
γ΄ ενικό πρόσωπο
snuffles
ενεστώτα μετοχή
snuffling
απλός αόριστος
snuffled
παθητική μετοχή
snuffled
02

κλαψουρίζω, λυγίζω

cry or whine with snuffling 
03

μυρίζω, ρουθουνίζω

sniff or smell inquiringly 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store