Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Snuggie
01
συρόμενo εσώρουχο, ανεβασμένο εσώρουχο
underwear that has been pulled up uncomfortably
slang
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
snuggies
Παραδείγματα
He laughed after realizing he had a snuggie from sitting down.
Γέλασε αφού συνειδητοποίησε ότι είχε ένα snuggie από το να καθίσει.



























