snuggie
snu
ˈsnʌ
σνα
ggie
gi
γκι
/snˈʌɡi/

Ορισμός και σημασία του "snuggie"στα αγγλικά

01

συρόμενo εσώρουχο, ανεβασμένο εσώρουχο

underwear that has been pulled up uncomfortably
Slang
Παραδείγματα
He laughed after realizing he had a snuggie from sitting down.
Γέλασε αφού συνειδητοποίησε ότι είχε ένα snuggie από το να καθίσει.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store