snowdrop
snow
ˈsnəʊ
snew
drop
drɒp
drop

Ορισμός και σημασία του "snowdrop"στα αγγλικά

01

γαλανθός, χιονόνερο

a small plant that starts producing white flowers in early spring 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
snowdrops
Παραδείγματα
In the early days of March, the snowdrops emerged, their delicate white flowers pushing through the last remnants of winter snow. 

Τις πρώτες μέρες του Μαρτίου, οι γαλανθοί εμφανίστηκαν, τα λεπτά λευκά τους λουλούδια διαπερνώντας τα τελευταία απομεινάρια του χειμερινού χιονιού.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store