Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Snorer
01
ροχαλητής, ροχαλίστρα
someone who snores while sleeping
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
snorers
Λεξικό Δέντρο
snorer
snore



























