snorer
sno
ˈsnɔ:
σνο
rer
ər
αρ
scorersnortersnarer

Ορισμός και σημασία του "snorer"στα αγγλικά

01

ροχαλητής, ροχαλίστρα

someone who snores while sleeping 
snorer definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
snorers

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

snorer
snore
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store