snooty
snoo
ˈsnu:
snoo
ty
ti
ti
snoopysootysnottysnorty

Ορισμός και σημασία του "snooty"στα αγγλικά

01

αλαζονικός, περιφρονητικός

behaving in a snobbish, disdainful manner, often showing a sense of superiority toward others 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
snootiest
συγκριτικός βαθμός
snootier
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Her snooty attitude towards the less fashionable guests made everyone uncomfortable. 

Η αλαζονική της στάση απέναντι στους λιγότερο μοντέρνους επισκέπτες έκανε όλους να νιώθουν άβολα.

Λεξικό Δέντρο

snootily
snootiness
snooty
snoot
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store