snoop
snoop
snup
σνουπ
/snˈuːp/

Ορισμός και σημασία του "snoop"στα αγγλικά

to snoop
01

κατασκοπεύω, ψάχνω κρυφά

to secretly investigate or look around to discover private information about someone
Intransitive
to snoop definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
snoop
γ΄ ενικό πρόσωπο
snoops
ενεστώτα μετοχή
snooping
απλός αόριστος
snooped
παθητική μετοχή
snooped
Παραδείγματα
Employees were upset to discover that their manager had been snooping on their emails.
Οι εργαζόμενοι αναστατώθηκαν όταν ανακάλυψαν ότι ο διευθυντής τους κατασκοπευε τα email τους.
01

κατάσκοπος, περίεργος

a spy who makes uninvited inquiries into the private affairs of others
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
snoops

Λεξικό Δέντρο

snooper
snoop
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store