Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to snoop
01
κατασκοπεύω, ψάχνω κρυφά
to secretly investigate or look around to discover private information about someone
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
snoop
γ΄ ενικό πρόσωπο
snoops
ενεστώτα μετοχή
snooping
απλός αόριστος
snooped
παθητική μετοχή
snooped
Παραδείγματα
Employees were upset to discover that their manager had been snooping on their emails.
Οι εργαζόμενοι αναστατώθηκαν όταν ανακάλυψαν ότι ο διευθυντής τους κατασκοπευε τα email τους.
Snoop
01
κατάσκοπος, περίεργος
a spy who makes uninvited inquiries into the private affairs of others
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
snoops
Λεξικό Δέντρο
snooper
snoop



























