to snoop
snoop
snup
snoop
scoopstoopswoopsloop

Ορισμός και σημασία του "snoop"στα αγγλικά

to snoop
01

κατασκοπεύω, ψάχνω κρυφά

to secretly investigate or look around to discover private information about someone 
Intransitive
to snoop definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
snoop
γ΄ ενικό πρόσωπο
snoops
ενεστώτα μετοχή
snooping
απλός αόριστος
snooped
παθητική μετοχή
snooped
Παραδείγματα
Nosy neighbors may snoop around to find out details about each other's lives. 

Περίεργοι γείτονες μπορεί να κυνηγούν για να ανακαλύψουν λεπτομέρειες για τη ζωή του άλλου.

01

κατάσκοπος, περίεργος

a spy who makes uninvited inquiries into the private affairs of others 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
snoops

Λεξικό Δέντρο

snooper
snoop
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store